θυσιαστηρίου

θυσιαστηρίου
θυσιαστήριον
altar
neut gen sg
θυσιαστήριος
sacrificial
masc/neut gen sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Look at other dictionaries:

  • олтарь — ОЛТАР|Ь (245), Ѧ с. ἀλτοριον 1.Сооружение в форме стола, служащее для принесения жертв, жертвенник: отъ кръве авела правьдьнааго. до кръве захариа с҃на варахина. ѥгоже ѹбисте межѫ ѡлтарьмь и цр҃квью. (μετοξυ τοῦ ναοῦ καὶ τοῦ ϑυσιαστηρίου) Изб… …   Словарь древнерусского языка (XI-XIV вв.)

  • олтарьныи — (12) пр. к олтарь. 1.Во 2 знач.: не съвьршати ст҃ыихъ олтарьныихъ тъкмо отъ постьныихъ чл҃вкъ. (ϑυσιαστηρίου) КЕ XII, 51а; Ѡлтарныи верхъ .е҃. плащаница юже купи иѡсифъ. ЗЦ XIV/XV, 35в. 2. В 3 знач.: никомѹже лѣть бѹди. прѣдъ олтарьными заграды.… …   Словарь древнерусского языка (XI-XIV вв.)

  • Theotokos — An 18th century Russian icon depicting various types of the Theotokos icons Theotokos (Greek: Θεοτόκος, transliterated Theotókos) is the Greek title of Mary, the mother of Jesus used especially in the Eastern Orthodox, Oriental Orthodox, and… …   Wikipedia

  • αναφορά — Προφορική ή γραπτή έκθεση από κατώτερο σε ανώτερο· γραπτή έκθεση από ιδιώτη σε δημόσια αρχή· καθημερινή ανακοίνωση στον διοικητή μιας στρατιωτικής μονάδας για κάθε πράγμα που αφορά την υπηρεσία ή τους αξιωματικούς και τους οπλίτες (α. λόχου,… …   Dictionary of Greek

  • αντιμήνσιο — Είδος φορητού θυσιαστηρίου, υποκατάστατου της Αγίας Τράπεζας, σε περιπτώσεις που η χρήση της δεν είναι δυνατή, π.χ. σε ιεροτελεστίες στην ύπαιθρο, σε στρατόπεδα κλπ. (αντί + λατ. mensa= τράπεζα). Το α., του οποίου η χρήση ανάγεται στον 8o αι.,… …   Dictionary of Greek

  • βωμός — Τράπεζα επάνω στην οποία τοποθετούνταν οι προσφορές ή γίνονταν θυσίες στις θεότητες. Η αρχή του β. ανάγεται στους προϊστορικούς χρόνους. Σε πολλά μέρη βρέθηκαν πέτρες που χρονολογούνται από την τελευταία φάση της νεολιθικής εποχής, με κοιλότητες… …   Dictionary of Greek

  • θρόνος — Υψηλό κάθισμα με βραχίονες, ερεισίνωτο και υποπόδιο· μεταφορικά, το αξίωμα των βασιλιάδων και των αρχιερέων, καθώς και η εξουσία ή και η περιφέρεια στην οποία ασκείται η εξουσία επισκόπου. Από τους αρχαίους χρόνους ο θ. αποτελούσε τιμητικό… …   Dictionary of Greek

  • λιβανωτός — ο, και λιβανωτό, το (AM λιβανωτός, ὁ, Α και λιβανωτός, ἡ) η ρητινώδης αρωματική ουσία που εκκρίνεται από το δένδρο λίβανος, το λιβάνι («οὐδ ἂν θύσαιμ ...οὐδ ἐπιθείην λιβανωτόν», Αριστοφ.) νεοελλ. φρ. «καὶω λιβανωτό σε κάποιον» κολακεύω κάποιον,… …   Dictionary of Greek

  • παμβασιλεύς — ο (ΑΜ παμβασιλεύς, έως) προσωνυμία τού Θεού και τού Ιησού Χριστού ως βασιλέων τού σύμπαντος («ἐξέχεεν εἰς θεμέλια θυσιαστηρίου ὀσμὴν εὐωδίας ὑψίστῳ παμβασιλεῑ», ΠΔ.) (μνσ. αρχ.) ο απόλυτος μονάρχης, ο βασιλεύς όλων («Ἁδριανὸν παμβασιλέα»).… …   Dictionary of Greek

  • περίθεμα — το, ΝΜΑ [περιτίθημι] καθετί που τοποθετείται γύρω από κάτι, όπως ο κεφαλόδεσμος, ο επίδεσμος, η ζώνη μσν. αρχ. περίβλημα, περικάλυμμα θυσιαστηρίου αρχ. περιδέραιο …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”